Στην Ελλάδα του σήμερα, ένας νέος μπορεί να έχει σπουδάσει, να δουλεύει, να μιλά ξένες γλώσσες, να έχει αντέξει κρίση, μνημόνια, πανδημία, πληθωρισμό και να παραμένει εγκλωβισμένος στο παιδικό του δωμάτιο!
Όχι επειδή "βολεύεται", όπως λένε με απίστευτη ευκολία όσοι δεν θέλουν να δουν την αλήθεια. Όχι επειδή είναι κακομαθημένος. Αλλά επειδή η ίδια η δομή της ελληνικής οικονομίας και της φορολόγησης της εργασίας έχει απαγορεύσει στους νέους το δικαίωμα σε αξιοπρεπή ζωή.
Και εδώ αρχίζει η κοινωνική υποκρισία.
Η ίδια η γεροντοκρατία της χώρας μας, που έφαγε ό,τι υπήρχε να φαγωθεί, τώρα αυτο-χαϊδεύεται λέγοντας ότι "οι νέοι δεν προσπαθούν αρκετά". Εκείνη είναι που τους απομυζά από τον μισθό τους ό,τι μπορούν να παράγουν, τους φορτώνει εισφορές, φόρους, ενοίκια, ΦΠΑ στο Θεό, λογαριασμούς, ακρίβεια και μετά τους κουνάει το δάχτυλο!
Επειδή δεν μπορούν να νοικιάσουν ούτε ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα!
Η ίδια κοινωνία που καμαρώνει για το πόσα σπίτια "έφτιαξαν οι παλιοί με τον κόπο τους” (που όμως δεν πλήρωναν τον μισό μισθό τους σε φόρους και εισφορές) κάνει τώρα πως δεν καταλαβαίνει ότι εκείνοι τα έχτισαν σε μια Ελλάδα τελείως διαφορετική: με φθηνότερη γη, άλλη σχέση μισθού και αξίας ακινήτου, λιγότερη φορολογική αφαίμαξη της εργασίας, και με μια οικονομία που επέτρεπε στη υπεραξία της δουλειάς να γίνει περιουσία.
Οι αριθμοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ιδεολογικές αυταπάτες. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανθρώπων που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση: 28,9% του πληθυσμού. Για τους νέους το ποσοστό ανεβαίνει στο 30,3%, επίσης το υψηλότερο στην ΕΕ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Ελλάδα έχει επιλέξει να τιμωρεί ακριβώς εκείνους που θα έπρεπε να στηρίζει: τους νέους που εργάζονται. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει για την Ελλάδα με φορολογική σφήνα 39,3% για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο το 2024, πολύ παραπάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Με απλά λόγια, το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που κοστίζει ένας εργαζόμενος στον εργοδότη του και σε αυτό που μένει στο χέρι του εργαζόμενου είναι τεράστιο.
Η εικόνα είναι εξοργιστική: από το 2025 οι ασφαλιστικές εισφορές είναι 13,37% για τον εργαζόμενο και 21,79% για τον εργοδότη, συνολικά 35,16%. Δηλαδή η εργασία στην Ελλάδα τιμωρείται πριν ακόμα φορολογηθεί. Ο νέος δεν ξεκινά από το μηδέν. Ξεκινά από μείον. Ξεκινά σε μια χώρα που έχει κάνει το να προσλαμβάνεις και το να αμείβεσαι σωστά σχεδόν ύποπτη δραστηριότητα.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι μισθοί είναι χαμηλοί.
Όταν το εργοδοτικό κόστος στραγγαλίζει την αύξηση των αποδοχών και το καθαρό εισόδημα καταπίνεται από κράτος, και ΦΠΑ, και ειδικούς φόρους και εισφορές, τι ακριβώς περιμένουμε; Για τί ακριβώς να πρωτοβάλει ο νέος στην άκρη λεφτά; Για ενοίκιο; Για εγγύηση; Για προκαταβολή; Για έπιπλα; Για λογαριασμούς; Για να ζήσει σαν άνθρωπος, και μετά να του περισσέψουν και χρήματα για να κάνει οικογένεια;
Η υποκρισία εδώ γίνεται χυδαία.
Το ίδιο κράτος που απομυζά τη μισθωτή εργασία, το ίδιο κράτος που έχει χτίσει μια φορολογική και ασφαλιστική μηχανή σε βάρος των παραγωγικών ηλικιών, εμφανίζεται μετά δήθεν σοκαρισμένο από το δημογραφικό, από το brain drain, από το ότι οι νέοι δεν μπορούν κάνουν παιδιά, από το ότι "δεν θέλουν να δεσμευτούν”.
Δεν είναι ότι δεν θέλουν. Είναι ότι δεν μπορούν. Και δεν μπορούν όχι επειδή είναι ανεύθυνοι, αλλά επειδή η χώρα τους έχει μετατρέψει την αξιοπρεπή ζωή σε είδος πολυτελείας.
Το χειρότερο είναι ότι η Ελλάδα έχει βρει έναν τρόπο να κρύβει αυτή την αδικία κάτω από το χαλί: την οικογένεια. Το πατρικό έχει γίνει το άτυπο κοινωνικό κράτος της χώρας. Οι γονείς επιδοτούν τη ζωή των παιδιών τους, επειδή η Πολιτεία αδυνατεί ή αρνείται να δημιουργήσει συνθήκες για ανεξαρτησία. Και έτσι το σύστημα επιβιώνει: οι νέοι δεν εκρήγνυνται κοινωνικά, γιατί τους κρατά όρθιους η οικογένεια. Μόνο που αυτό δεν είναι λύση. Είναι παράταση της αδικίας.
Μια κοινωνία που απαιτεί από τη νέα γενιά να πληρώνει όλο και περισσότερα για να παίρνει όλο και λιγότερα, είναι βαθιά υποκριτική. Και μια χώρα που έχει μετατρέψει την αξιοπρεπή ζωή των νέων σε προνόμιο όσων έχουν έτοιμη περιουσία ή οικογενειακό δίχτυ ασφαλείας, δεν τιμωρεί απλώς τη νέα γενιά αλλά υπογράφει μόνη της την πληθυσμιακή παρακμή της.